ευκολύνω

ευκόλυνα, ευκολύ(ν)θηκα
1. κάνω κάτι εύκολο, ομαλό: Αυτή η πρόταση ευκολύνει τα πράγματα.
2. μτφ., δίνω υλική βοήθεια, παρέχω τα μέσα για την αντιμετώπιση δυσκολίας: Θα ρωτήσω τον πατέρα, αν μπορεί να σε ευκολύνει.
3. το μέσ., ευκολύνομαι έχω τα μέσα, τη δυνατότητα να βοηθήσω ή να συντηρηθώ: Αυτή τη στιγμή δεν ευκολύνομαι, αλλά σε μερικές μέρες ελπίζω.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ευκολύνω — ευκολύνω, ευκόλυνα βλ. πίν. 48 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ευκολύνω — [εύκολος] 1. καθιστώ κάτι εύκολο 2. παρέχω ευκολίες, βοηθώ, διευκολύνω, ευχεραίνω 3. μέσ. ευκολύνομαι έχω την ευκολία, είμαι σε θέση, μπορώ («δεν ευκολύνομαι να σέ πληρώσω») …   Dictionary of Greek

  • διευκολύνω — 1. καθιστώ κάτι εύκολο 2. παρέχω τα μέσα ή δείχνω τον τρόπο για την ευκολότερη διεξαγωγή ενός έργου 3. βοηθώ κάποιον να αντιμετωπίσει μια δύσκολη κατάσταση προσφέροντάς του χρήματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < διά + ευκολύνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1857 στον… …   Dictionary of Greek

  • ευχεραίνω — [ευχερής] καθιστώ κάτι ευχερές, ευκολύνω («η νέα μέθοδος ευχεραίνει την εργασία») …   Dictionary of Greek

  • εύκολος — η, ο (ΑΜ εὔκολος, ον) 1. αυτός που γίνεται ή αποκτάται εύκολα, χωρίς κόπο, ο ευκατόρθωτος («δεν είναι εύκολο πράμα») 2. (για πρόσ.) αυτός που ικανοποιείται εύκολα, αυτός που δεν έχει πολλές απαιτήσεις, ο καλοκάγαθος, ο καλόβολος (α. «ὁ δ εὔκολος… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.